Δεν έγραψα αυτές τις γραμμές επειδή πίστεψα ποτέ ότι η ζωή μου είναι σπουδαιότερη από των άλλων. Τις έγραψα γιατί κατάλαβα, αργά και επίπονα, ότι η σιωπή είναι κι αυτή μια μορφή συνενοχής. Και γιατί, αν κάτι έμαθα μεγαλώνοντας μέσα σε μια κοινωνία που δυσκολεύεται να χωρέσει το διαφορετικό, είναι πως οι ιστορίες που δεν λέγονται βαραίνουν περισσότερο από εκείνες που ειπώθηκαν.
Η ζωή μου δεν ακολούθησε ποτέ μια ευθεία γραμμή. Ήταν πάντα μια διαδρομή με παρακάμψεις, πισωγυρίσματα, ρωγμές και στιγμές όπου έπρεπε να εφεύρω τον εαυτό μου από την αρχή. Η μουσική υπήρξε από νωρίς το μόνο σταθερό σημείο. Όχι ως καταφύγιο φυγής, αλλά ως τρόπος κατανόησης του κόσμου. Μέσα από τη μουσική έμαθα να δίνω μορφή στον πόνο, να μετατρέπω την οργή σε ρυθμό και τη θλίψη σε λέξεις που μπορούν να ειπωθούν χωρίς να ζητούν συγγνώμη.
Μεγάλωσα σε μια πραγματικότητα όπου το «ποιος είσαι» συχνά έπρεπε να κρυφτεί για να μην ενοχλήσει. Ως ΛΟΑΤΚΙ άτομο, έμαθα νωρίς ότι η αποδοχή δεν είναι δεδομένη· είναι κάτι που κερδίζεται καθημερινά, συχνά με κόστος. Κι όμως, δεν έμαθα ποτέ να ζω μισός. Ό,τι με πόνεσε, ό,τι με φόβισε, ό,τι με καθόρισε, βρήκε τελικά τον δρόμο του μέσα στα τραγούδια μου. Όχι για να εκτεθώ, αλλά για να υπάρξω ολόκληρος.
Κεντρικό πρόσωπο αυτής της ζωής υπήρξε και παραμένει ο πατέρας μου. Η αναπηρία του δεν ήταν απλώς μια οικογενειακή συνθήκη· ήταν ένα καθημερινό μάθημα αντοχής, φθοράς και αξιοπρέπειας. Μέσα από εκείνον έμαθα τι σημαίνει να συνεχίζεις όταν το σώμα προδίδει, τι σημαίνει να εξαρτάσαι από άλλους και πώς η κοινωνία κοιτά —ή επιλέγει να μη βλέπει— τους πιο ευάλωτους. Αυτή η εμπειρία διαμόρφωσε βαθιά τον τρόπο που αντιλαμβάνομαι την έννοια της δικαιοσύνης και της ανθρώπινης αξίας.
Η τέχνη, για μένα, δεν υπήρξε ποτέ ουδέτερη. Δεν πιστεύω στην τέχνη που χαϊδεύει αυτιά για να είναι αρεστή, ούτε στην πολιτισμική σιωπή μπροστά στον πόλεμο, την αδικία, τον αποκλεισμό. Όσα δημιούργησα —άλμπουμ, EP, τραγούδια— είναι καταγραφές μιας εποχής που επιμένει να πληγώνει. Μιλούν για την Παλαιστίνη, την Ουκρανία, για τη ζωή στην Ελλάδα ως άνθρωπος που δεν χωρά εύκολα στα «κανονικά» κουτάκια. Δεν γράφτηκαν για να δώσουν απαντήσεις, αλλά για να θέσουν ερωτήματα που πολλοί φοβούνται να αρθρώσουν.
Ζω και εργάζομαι συχνά σε συνθήκες αβεβαιότητας. Οικονομικές δυσκολίες, ανασφάλιστη εργασία, σωματικοί περιορισμοί, ψυχική κόπωση. Η κατάθλιψη δεν είναι μια λέξη εδώ· είναι μια παρουσία. Κι όμως, δεν τη χρησιμοποίησα ποτέ ως άλλοθι για να σταματήσω. Αντίθετα, έγινε ένας ακόμη λόγος να μιλήσω ανοιχτά, να αρνηθώ την ωραιοποίηση και να υπερασπιστώ την αλήθεια της καθημερινότητας όπως είναι.
Τα κοινωνικά δίκτυα, τα live, οι συζητήσεις με αγνώστους, δεν ήταν ποτέ αυτοσκοπός. Ήταν —και είναι— εργαλεία. Μέσα από αυτά προσπάθησα να ανοίξω χαραμάδες σκέψης, να απευθυνθώ κυρίως στους νεότερους, γιατί πιστεύω βαθιά πως μόνο η παιδεία και η αφύπνιση μπορούν να φέρουν ουσιαστική αλλαγή. Μικρά βήματα, όχι ηρωισμοί. Φωνές που ενώνονται, όχι σωτήρες.
Αυτή η αφήγηση δεν γράφεται για να δικαιώσει επιλογές ούτε για να καταδείξει ενόχους. Γράφεται για να μείνει κάτι πίσω. Μια μαρτυρία ζωής σε έναν κόσμο που αλλάζει αργά και συχνά προς τη λάθος κατεύθυνση. Αν μέσα σε αυτές τις γραμμές κάποιος αναγνωρίσει τον εαυτό του, αν νιώσει λιγότερο μόνος ή λίγο πιο θαρραλέος, τότε ο λόγος ύπαρξής τους θα έχει ήδη εκπληρωθεί.
Γιατί, τελικά, δεν μας σώζει η σιωπή.
Μας σώζει η αφήγηση.
Υπάρχει μια στιγμή στη ζωή που καταλαβαίνεις ότι η σιωπή δεν είναι ουδετερότητα.
Είναι θέση. Και συνήθως είναι η θέση που σε διαλύει πιο αθόρυβα.
Για χρόνια πίστευα ότι αν δεν μιλάω πολύ, αν δεν ενοχλώ, αν δεν ανοίγω όλα τα μέτωπα, θα είμαι πιο ασφαλής. Πιο αποδεκτός. Πιο «λειτουργικός». Στην πραγματικότητα, απλώς μάθαινα να μικραίνω τον εαυτό μου για να χωρά σε χώρους που ποτέ δεν είχαν φτιαχτεί για μένα.
Ως ΛΟΑΤΚΙ άτομο στην Ελλάδα, η σιωπή παρουσιάζεται συχνά ως σοφία.
«Μη δίνεις δικαιώματα».
«Μη προκαλείς».
«Κοίτα τη δουλειά σου».
Το ίδιο ισχύει και για την τέχνη. Αν δεν αγγίζεις δύσκολα θέματα, αν δεν μιλάς για πόλεμο, αναπηρία, ψυχική υγεία, αν δεν παίρνεις θέση, θεωρείσαι πιο «εύπεπτος». Πιο ασφαλής επιλογή. Πιο ακίνδυνος.
Αλλά εγώ δεν έμαθα ποτέ να υπάρχω ακίνδυνα.
Η μουσική δεν ήρθε στη ζωή μου για να γίνει καριέρα με όρους αγοράς. Ήρθε για να με κρατήσει όρθιο. Να μου δώσει έναν τρόπο να πω όσα δεν χωρούσαν αλλού: τον φόβο, την οργή, την αδικία που έβλεπα καθημερινά μέσα στο ίδιο μου το σπίτι, δίπλα στον πατέρα μου, μέσα σε ένα σώμα που φθείρεται και σε μια κοινωνία που προσπερνά.
Κάπου εκεί κατάλαβα κάτι απλό και σκληρό:
αν δεν μιλήσω εγώ για τη ζωή μου, θα τη διηγηθούν άλλοι — λάθος.
Δεν άρχισα να μιλάω γιατί ένιωσα έτοιμος.
Άρχισα να μιλάω γιατί δεν άντεχα άλλο να σωπαίνω.
Αυτή η αφήγηση δεν ξεκινά από μια «καλή» περίοδο. Ξεκινά από μια αναγκαιότητα. Από την ανάγκη να βάλω λέξεις εκεί που υπήρχε μόνο βάρος. Να αφήσω ίχνη, όχι για να δικαιωθώ, αλλά για να μην χαθώ μέσα στη γενική σιωπή.
Αν διαβάζεις αυτές τις γραμμές και αναγνωρίζεις κάτι δικό σου, τότε ίσως αυτός ο χώρος έχει λόγο ύπαρξης. Όχι ως απάντηση. Αλλά ως κοινό σημείο εκκίνησης.
Για χρόνια, πριν και μέχρι το COVID, έκανα ό,τι δουλειά μπορούσα για να τα βγάζω πέρα οικονομικά. Κι όμως, την ίδια στιγμή, η μουσική δεν ήταν κάτι ξένο στη ζωή μου. Είχα σπουδάσει μουσική με ειδικότητα την τεχνολογία, είχα περάσει χρόνια σε φιλαρμονική, γνώριζα κρουστά και έμαθα και άλλα όργανα ως αυτοδίδακτος. Παρ’ όλα αυτά, την είχα τοποθετήσει εκεί που η ελληνική κοινωνία μαθαίνει σχεδόν σε όλους μας να τη βάζουμε: στο περιθώριο. Ως χόμπι.
Στην Ελλάδα, το να γράφεις μουσική σπάνια αντιμετωπίζεται ως δουλειά. Δεν υπάρχει ουσιαστική πρόνοια, δεν υπάρχει ασφάλιση για μουσικούς, δεν υπάρχει θεσμική αναγνώριση της δημιουργίας ως εργασίας. Το ερώτημα είναι πάντα το ίδιο: «και πώς θα βγάλεις χρήματα;». Κάπως έτσι μπαίνεις κι εσύ στο ίδιο τρυπάκι. Μαθαίνεις να λες πρώτα εσύ ο ίδιος ότι αυτό που κάνεις δεν είναι επάγγελμα. Ότι είναι κάτι δευτερεύον. Κάτι που θα το κάνεις «όταν μπορείς».
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, άρχισα να μιλάω δημόσια σιγά-σιγά. Και πρώτα απ’ όλα, για μένα.
Στα 17–18 μου άρχισα να ανοίγομαι στους κύκλους μου ως ΛΟΑΤΚΙ άτομο. Όχι με δηλώσεις, όχι με μεγάλες λέξεις. Περισσότερο σαν ανάγκη. Σαν να μην άντεχα άλλο να παίζω ρόλους σε παρέες που με ήξεραν μόνο κατά το ήμισυ. Εκείνη την περίοδο κατάλαβα κάτι βασικό: ότι το να λες ποιος είσαι δεν σε απελευθερώνει αυτόματα, αλλά σου δίνει τουλάχιστον ένα έδαφος να πατήσεις.
Με τα χρόνια, αυτή η προσωπική αλήθεια άρχισε να συναντά κάτι μεγαλύτερο. Πριν και γύρω από την περίοδο του COVID, άρχισα να συνειδητοποιώ πιο καθαρά τι συμβαίνει γύρω μου. Όχι θεωρητικά, αλλά έμπρακτα. Τι σημαίνει πολιτική στην καθημερινότητα. Πώς επηρεάζει ζωές, σώματα, δικαιώματα. Και τότε ήρθε πάλι το ίδιο ερώτημα: θα σιωπήσω ή θα μιλήσω;
Δεν θεωρώ τον εαυτό μου πολιτικό αναλυτή. Θεωρώ όμως ότι η σιωπή μπροστά στην αδικία δεν είναι ουδετερότητα. Είναι θέση. Κι εγώ δεν ήθελα πια αυτή τη θέση.
Στα 32 μου άρχισα να γράφω μουσική με λόγια. Όχι απλώς μουσική. Τραγούδια που λένε κάτι. Χωρίς χρήματα, χωρίς εξοπλισμό, χωρίς τις «σωστές» συνθήκες. Με ό,τι είχα. Ακόμα και με φωνή τεχνητής νοημοσύνης, γιατί απλά δεν μπορούσα να πληρώσω κανονικές ηχογραφήσεις. Και δεν ντρέπομαι να το πω. Γιατί αυτό που με ενδιέφερε δεν ήταν το μέσο, αλλά το μήνυμα.
Για πρώτη φορά κατάφερα να ακούσω πράγματα που είχα μέσα μου χρόνια. Στίχους για πόλεμο, για κοινωνική βία, για αποκλεισμό, για τη ζωή ως ΛΟΑΤΚΙ άτομο στην Ελλάδα, για τον πατέρα μου, για την ανθρώπινη φθορά. Και αυτό, αντί να με μικρύνει, μου έδωσε δύναμη.
Σήμερα, στα 33–34, ένα πρόβλημα υγείας —και συγκεκριμένα το σοβαρό πρόβλημα στη μέση— με έφερε μπροστά σε μια πραγματικότητα: δεν μπορώ να συνεχίσω να κάνω δουλειές που δεν αντέχει πια το σώμα μου. Κι εκεί πήρα μια απόφαση που για άλλους μοιάζει ρίσκο, αλλά για μένα είναι μονόδρομος. Να κάνω αυτό που τόσα χρόνια μου έλεγαν ότι είναι απλώς χόμπι, επάγγελμα. Με πίστη. Όχι με αυταπάτες, αλλά με επιμονή.
Γι’ αυτό άρχισα να γράφω και για άλλους. Για τραγουδιστές. Κυρίως νέους καλλιτέχνες. Να εμπιστευτώ τη μουσική μου και τους στίχους μου σε φωνές που αξίζουν να ακουστούν. Από το λαϊκό μέχρι το ροκ και την ποπ. Όχι για να τους καθοδηγήσω, αλλά για να τους στηρίξω. Γιατί ξέρω πόσο δύσκολο είναι να έχεις κάτι να πεις και να μη βρίσκεις χώρο να το πεις.
Αν κάτι έμαθα μέχρι εδώ, είναι ότι η φωνή —όποια κι αν είναι— έχει αξία όταν λέει αλήθεια. Και ότι, καμιά φορά, το πιο επαναστατικό πράγμα που μπορείς να κάνεις είναι να επιμείνεις σε αυτό που αγαπάς, ακόμα κι όταν όλα γύρω σου σου λένε να σωπάσεις.
Από τα δεκαέξι μου χρόνια ζω με την αναπηρία μέσα στο σπίτι.
Ο πατέρας μου, σταδιακά, έχασε τη δυνατότητα να περπατά, ήρθαν η καρδιά, τα πνευμόνια, η επιληψία. Μια καθημερινότητα που δεν είναι εξαίρεση· είναι μια πραγματικότητα που τη βίωσαν και τη βιώνουν χιλιάδες οικογένειες.
Σε πολλές περιπτώσεις, μια τέτοια συνθήκη διαλύει σχέσεις. Και είναι ανθρώπινο. Καμία γυναίκα, κανένας άνθρωπος, δεν είναι υποχρεωμένος να αντέξει κάτι τόσο βαρύ.
Στη δική μας περίπτωση, όμως, συνέβη το αντίθετο. Δεν μας χώρισε. Μας ένωσε.
Και όσο η ζωή έφερνε νέες δυσκολίες, τόσο δέναμε περισσότερο. Με εντάσεις, με διαφωνίες, αλλά με αποδοχή, αγάπη και περηφάνια.
Τα τελευταία χρόνια, ήρθε και η δική μου σωματική δοκιμασία. Η μέση μου. Τα όρια. Το να μην μπορώ να κάτσω πάνω από μία ώρα.
Κι όμως, δεν σταμάτησα. Έγραφα μουσική ξαπλωμένος. Έψαχνα εφαρμογές, προγράμματα, τρόπους να προσαρμόσω την τέχνη μου στο σώμα μου — όχι το σώμα μου στην τέχνη. Γιατί το να δημιουργείς δεν είναι πολυτέλεια. Είναι ανάγκη.
Μέσα σε όλα αυτά, ήρθε και η κατάθλιψη.
Η κατάθλιψη που σε κάνει να κλαις χωρίς προφανή λόγο. Ακόμα και βλέποντας μια κωμωδία.
Κι όμως, αυτό το κλάμα είναι λυτρωτικό. Γιατί σημαίνει ότι αισθάνεσαι. Και το να αισθάνεσαι — ακόμα και λύπη — δεν είναι αδυναμία. Είναι ζωή.
Η κατάθλιψη δεν είναι ντροπή. Δεν είναι «χαρακτήρας». Δεν είναι τεμπελιά.
Είναι μια χημεία στον εγκέφαλο που διαταράσσεται. Και όπως κάθε σωματική ασθένεια, έτσι κι αυτή χρειάζεται φροντίδα. Ειδικούς. Και, όταν χρειάζεται, φαρμακευτική αγωγή. Αυτό δεν σε κάνει λιγότερο δυνατό. Σε κάνει υπεύθυνο απέναντι στον εαυτό σου.
Η δημιουργία, για μένα, είναι τρόπος επιβίωσης.
Αλλά δεν χρειάζεται όλοι να είμαστε μουσικοί.
Αν δεν δημιουργείς με τέχνη, μπορείς να δημιουργήσεις με μια κουβέντα. Με έναν φίλο. Με έναν άνθρωπο που εμπιστεύεσαι.
Το συναίσθημα, όταν το διοχετεύεις, δεν σε καταπίνει. Σε ελευθερώνει.
Και αυτό είναι το μήνυμα:
Δεν παραδίδουμε τα όπλα. Προσαρμοζόμαστε. Μιλάμε. Ζητάμε βοήθεια. Αγαπάμε. Και συνεχίζουμε.
Η κατάθλιψη με έκανε να κλαίω συχνά.
Ακόμα και βλέποντας μια κωμωδία.
Κι όμως, αυτό το κλάμα ήταν λυτρωτικό. Γιατί σήμαινε ότι αισθανόμουν.
Και το να αισθάνεσαι — ακόμα και λύπη — δεν είναι αδυναμία. Είναι ζωή.
Παλεύω με την κατάθλιψη και θέλω να απαλλαγώ από αυτή.
Αλλά ένας τρόπος να τη διαχειριστείς είναι να καταλάβεις ότι το συναίσθημα δεν είναι εχθρός. Όταν το διοχετεύεις, δεν σε καταπίνει· σε ελευθερώνει.
Η κατάθλιψη δεν είναι ντροπή.
Δεν είναι χαρακτήρας.
Δεν είναι «έλλειψη θέλησης».
Είναι μια χημεία στον εγκέφαλο που διαταράσσεται. Και όπως κάθε σωματική ασθένεια, έτσι κι αυτή χρειάζεται φροντίδα. Ειδικούς. Και, όταν χρειάζεται, φαρμακευτική αγωγή. Αυτό δεν σε κάνει λιγότερο δυνατό. Σε κάνει υπεύθυνο απέναντι στον εαυτό σου.
Η δημιουργία, για μένα, είναι τρόπος επιβίωσης.
Αλλά δεν χρειάζεται όλοι να είμαστε καλλιτέχνες.
Αν δεν δημιουργείς με τέχνη, μπορείς να διοχετεύσεις το συναίσθημα σε μια κουβέντα. Με έναν φίλο. Με έναν άνθρωπο που εμπιστεύεσαι.
Μίλα.
Ζήτα βοήθεια.
Δεν είσαι μόνος.
Υπάρχουν στιγμές που δεν έρχονται με θόρυβο.
Δεν συνοδεύονται από μεγάλες αποφάσεις ή δραματικές σκηνές.
Έρχονται αθόρυβα, όταν κάθεσαι μόνος σου και, χωρίς να το καταλάβεις, αρχίζεις να βλέπεις τη ζωή σου πιο καθαρά απ’ ό,τι πριν.
Για μένα, αυτή η στιγμή ήρθε γύρω στο 2015.
Ήταν λίγο μετά το τέλος μιας μακροχρόνιας σχέσης. Ένας χωρισμός που, τότε, τον έβλεπα μόνο ως προσωπική αποτυχία. Είχα μπει σε ένα έντονο ερωτικό και συναισθηματικό μπέρδεμα, ένα είδος “τρικυμίας”, και μέσα σε όλο αυτό άρχισα – ίσως για πρώτη φορά τόσο ειλικρινά – να σκέφτομαι τη ζωή μου συνολικά.
Είχα μείνει άνεργος για μήνες.
Η ανασφάλεια δεν ήταν πια θεωρία, ήταν καθημερινότητα.
Και σιγά-σιγά άρχισα να καταλαβαίνω κάτι που μέχρι τότε δεν ήθελα να δω: ότι πολλές προσωπικές ρωγμές δεν γεννιούνται μόνο μέσα στο σπίτι ή μέσα σε μια σχέση. Δημιουργούνται και από τον κόσμο γύρω μας. Από το πόσο δύσκολο είναι να σταθείς, να αναπνεύσεις, να κάνεις σχέδια.
Εκείνη την περίοδο άρχισα να παρατηρώ πιο προσεκτικά.
Την εργασία.
Την ανεργία.
Την έλλειψη προοπτικής.
Τον φόβο που σιγά-σιγά γίνεται κανονικότητα.
Και τότε ήρθε η μεγάλη συνειδητοποίηση: η σιωπή δεν είναι ουδέτερη.
Μέχρι τότε, όπως πολλοί, πίστευα ότι το να “μην παίρνεις θέση” σε προστατεύει. Ότι σε κρατά ασφαλή, έξω από συγκρούσεις. Όμως όσο περισσότερο κοίταζα γύρω μου, τόσο πιο ξεκάθαρο γινόταν ότι η ουδετερότητα είναι κι αυτή θέση. Και συνήθως ευνοεί εκείνον που ήδη έχει δύναμη.
Το βλέπω ακόμα και σήμερα, όταν ακούω να λένε:
«Δεν θέλουμε να το κάνουμε πολιτικό».
Αλλά σχεδόν όλα είναι πολιτικά.
Η εργασία.
Η υγεία.
Η τέχνη.
Η πρόσβαση.
Η σιωπή.
Όταν δεν μιλάς για τον πόλεμο, για τη γενοκτονία, για τη φτώχεια, για την πείνα, για τις ανισότητες, δεν σημαίνει ότι αυτά παύουν να υπάρχουν. Σημαίνει ότι επιλέγεις να μην τα κοιτάξεις. Και αυτή η επιλογή έχει συνέπειες.
Για μένα, εκείνη η περίοδος δεν με έκανε “πολιτικοποιημένο” με την κομματική έννοια. Με έκανε συνειδητό άνθρωπο. Άρχισα να καταλαβαίνω ότι αν η τέχνη – οποιαδήποτε τέχνη – δεν συνομιλεί με την πραγματικότητα, τότε μένει διακοσμητική. Όμορφη ίσως, αλλά άδεια.
Πιστεύω βαθιά ότι η τέχνη δεν χρειάζεται να δίνει λύσεις.
Χρειάζεται όμως να θέτει ερωτήματα.
Να ενοχλεί.
Να ανοίγει ρωγμές.
Και πιστεύω εξίσου βαθιά ότι η εκπαίδευση και η παιδεία είναι ο μόνος δρόμος για να γίνονται τα πράγματα, έστω λίγο, καλύτερα. Όχι από τη μία μέρα στην άλλη. Αλλά μέσα από ανθρώπους που σκέφτονται, αμφισβητούν και δεν αποδέχονται τη βαρβαρότητα ως “φυσική κατάσταση”.
Εκεί, κάπου ανάμεσα σε έναν χωρισμό, την ανεργία και τη σιωπή, κατάλαβα ότι δεν ήθελα να είμαι αμέτοχος. Όχι γιατί είμαι καλύτερος από άλλους. Αλλά γιατί δεν άντεχα άλλο να προσποιούμαι ότι δεν βλέπω.
Αυτή ήταν η αρχή.
Όχι της μουσικής ακόμη.
Αλλά της φωνής.
Υπάρχουν στιγμές που δεν μοιάζουν σημαντικές όταν συμβαίνουν, αλλά αργότερα καταλαβαίνεις ότι εκεί άλλαξε κάτι βαθιά μέσα σου. Για μένα, αυτή η στιγμή ήρθε γύρω στο 2015.
Ήταν μετά από έναν χωρισμό από μια μακροχρόνια σχέση. Τότε τον έβλεπα μόνο συναισθηματικά: ως απώλεια, ως αποτυχία. Είχα μπει σε ένα έντονο ερωτικό και ψυχικό μπέρδεμα, ένα είδος εσωτερικής περιδίνησης. Μέσα σε αυτό, όμως, κάθισα για πρώτη φορά και κοίταξα τη ζωή μου συνολικά. Όχι μόνο τη σχέση μου, αλλά τον κόσμο γύρω μου.
Είχα μείνει άνεργος για μήνες. Η οικονομική πίεση είχε αρχίσει να διαβρώνει τα πάντα. Και τότε συνειδητοποίησα κάτι που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν ήθελα να δω: πολλές προσωπικές σχέσεις δεν φθείρονται μόνο από τους ανθρώπους μέσα τους, αλλά και από τις συνθήκες γύρω τους. Από έναν κόσμο που δεν είναι εύκολος, που δεν συγχωρεί την αδυναμία, που σε πιέζει να σταθείς όρθιος χωρίς εργαλεία.
Εκείνη την περίοδο άρχισα να παρατηρώ πιο προσεκτικά. Την εργασία. Την ανεργία. Την ανασφάλεια. Τον φόβο που σιγά-σιγά γίνεται κανονικότητα. Και τότε κατάλαβα κάτι που με ακολουθεί μέχρι σήμερα: η σιωπή δεν είναι ουδέτερη.
Για χρόνια πίστευα – όπως πολλοί – ότι το να μη μιλάς σε προστατεύει. Ότι σε κρατά έξω από συγκρούσεις. Όμως όσο περισσότερο κοιτούσα γύρω μου, τόσο πιο καθαρό γινόταν ότι η ουδετερότητα είναι κι αυτή θέση. Και σχεδόν πάντα ευνοεί εκείνον που ήδη έχει δύναμη.
Το βλέπω ακόμη και σήμερα, όταν ακούω τη φράση «δεν θέλουμε να το κάνουμε πολιτικό». Κι όμως, σχεδόν όλα είναι πολιτικά. Η εργασία. Η υγεία. Η τέχνη. Η πρόσβαση. Ακόμη και η σιωπή. Όταν δεν μιλάς για τον πόλεμο, τη γενοκτονία, την πείνα, τη φτώχεια, τις ανισότητες, δεν σημαίνει ότι αυτά παύουν να υπάρχουν. Σημαίνει ότι επιλέγεις να μην τα κοιτάξεις.
Εκείνη η περίοδος δεν με έκανε κομματικοποιημένο. Με έκανε συνειδητό άνθρωπο. Και κάπου εκεί άρχισε να ξεχειλίζει μέσα μου η ανάγκη να μιλήσω.
Η μουσική υπήρχε πάντα στη ζωή μου. Είχα σπουδάσει μουσική με ειδικότητα την τεχνολογία, είχα περάσει χρόνια σε φιλαρμονική, έπαιζα κρουστά, είχα μάθει και άλλα όργανα ως αυτοδίδακτος. Παρ’ όλα αυτά, την είχα βάλει κι εγώ στο ίδιο συρτάρι που τη βάζει η ελληνική κοινωνία: στο «χόμπι». Κάτι που αγαπάς, αλλά δεν θεωρείται δουλειά. Κάτι που κάνεις στον ελεύθερο χρόνο σου, αφού πρώτα εξαντληθείς για να επιβιώσεις.
Για χρόνια έκανα ό,τι δουλειά έβρισκα για να τα βγάζω πέρα. Η μουσική έμενε πίσω. Μέχρι που δεν γινόταν άλλο.
Το καλοκαίρι του 2019, λίγο πριν το COVID, έκανα την πρώτη μου κυκλοφορία: ένα καλοκαιρινό instrumental κομμάτι, μέσα από μια μικρή δισκογραφική. Εκεί ήρθα για πρώτη φορά αντιμέτωπος με το σύστημα από μέσα. Και κατάλαβα κάτι πολύ καθαρά: ακόμη και μια μικρή δισκογραφική θα στηρίξει μόνο όποιον της αποφέρει χρήματα.
Αν δεν είσαι όνομα, αν δεν έχεις χορηγούς ή έτοιμο κοινό, η «στήριξη» αντιστρέφεται. Αντί να πληρωθώ, πλήρωσα εγώ. Press release. Διαφήμιση στο YouTube. Πράγματα που μπορούσα να κάνω και μόνος μου. Και τότε κατάλαβα ότι, στην Ελλάδα, το να δώσεις χρήματα σε μια δισκογραφική χωρίς να είσαι όνομα είναι σχεδόν το ίδιο με το να τα δώσεις μόνος σου — απλώς χάνεις και τον έλεγχο.
Η ρήξη ήρθε όταν παρουσίασα μια ιδέα για ένα βίντεο με ξεκάθαρη ΛΟΑΤΚΙ θέση: δύο αγόρια, μια ιστορία αγάπης. Η άρνηση ήταν άμεση. Δεν ανανέωσα το συμβόλαιο. Και χωρίς θόρυβο, έγινα ανεξάρτητος.
Μετά ήρθε το COVID. Η απομόνωση. Και, μαζί, τα προβλήματα υγείας. Ένα σοβαρό πρόβλημα στη μέση που δεν μου επιτρέπει να κάθομαι πάνω από μία ώρα. Εκεί βρέθηκα μπροστά σε ένα πρακτικό ερώτημα: πώς δημιουργείς όταν δεν έχεις χρήματα, όταν το σώμα σου σε περιορίζει, όταν δεν μπορείς να μπεις σε στούντιο;
Η απάντηση ήρθε από εκεί που ήξερα: από την τεχνολογία.
Η τεχνητή νοημοσύνη στα φωνητικά δεν ήταν για μένα «κόλπο». Ήταν εργαλείο επιβίωσης. Αν δεν υπήρχε, δεν θα είχα κυκλοφορήσει μουσική. Δεν θα είχα πάρει μπρος. Δεν θα είχα βρει το κουράγιο να πιστέψω ότι μπορώ να γράψω τραγούδια. Χάρη στην ειδικότητά μου βρήκα εφαρμογές, προγράμματα, τρόπους να γράφω σχεδόν πάντα ξαπλωμένος. Να προσαρμόζω τη δημιουργία στο σώμα μου — όχι το σώμα μου στη δημιουργία.
Αυτό μου έδωσε αυτοπεποίθηση. Και κάπου εκεί γεννήθηκε κάτι καινούργιο: η ανάγκη να γράψω και για άλλους.
Αν δεν είχα προηγουμένως κυκλοφορήσει μουσική, έστω με τεχνητή φωνή, δεν θα το τολμούσα. Δεν θα ένιωθα σίγουρος. Σήμερα γράφω για νέους καλλιτέχνες. Και αυτό είναι κάτι μοναδικό.
Ένα από αυτά τα παιδιά είναι λαϊκός τραγουδιστής με μια φωνή που σου σηκώνει την τρίχα. Καθαρή, δυνατή, αληθινή. Θέλω αυτό το παιδί να ακουστεί. Να έχει την ευκαιρία να γίνει όνομα. Γιατί ξέρω πολύ καλά ότι υπάρχουν ονόματα χωρίς φωνή. Με χορηγούς, χρήματα και βρώμικα παιχνίδια της νύχτας.
Το αν θα μείνει καθαρός ή θα μπει σε αυτή τη βρωμιά είναι δική του επιλογή. Η δική μου επιλογή είναι να του δώσω τραγούδια που αξίζουν να ακουστούν. Γιατί ακόμα και στο λαϊκό τραγούδι υπάρχει φωνή, αλήθεια, ζωή. Και αυτές οι φωνές αξίζουν χώρο.
Σήμερα, παρά τους περιορισμούς, περιμένω με χαρά τις συνεργασίες, τις πρόβες, τις ηχογραφήσεις. Γιατί ξέρω ότι αυτό που κάνω δεν είναι απλώς μουσική. Είναι στάση ζωής.
Από τη σιωπή στη φωνή.
Και δεν σκοπεύω να επιστρέψω πίσω.






Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου