Υπάρχουν στιγμές που δεν μοιάζουν σημαντικές όταν συμβαίνουν, αλλά αργότερα καταλαβαίνεις ότι εκεί άλλαξε κάτι βαθιά μέσα σου. Για μένα, αυτή η στιγμή ήρθε γύρω στο 2015.
Ήταν μετά από έναν χωρισμό από μια μακροχρόνια σχέση. Τότε τον έβλεπα μόνο συναισθηματικά: ως απώλεια, ως αποτυχία. Είχα μπει σε ένα έντονο ερωτικό και ψυχικό μπέρδεμα, ένα είδος εσωτερικής περιδίνησης. Μέσα σε αυτό, όμως, κάθισα για πρώτη φορά και κοίταξα τη ζωή μου συνολικά. Όχι μόνο τη σχέση μου, αλλά τον κόσμο γύρω μου.
Είχα μείνει άνεργος για μήνες. Η οικονομική πίεση είχε αρχίσει να διαβρώνει τα πάντα. Και τότε συνειδητοποίησα κάτι που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν ήθελα να δω: πολλές προσωπικές σχέσεις δεν φθείρονται μόνο από τους ανθρώπους μέσα τους, αλλά και από τις συνθήκες γύρω τους. Από έναν κόσμο που δεν είναι εύκολος, που δεν συγχωρεί την αδυναμία, που σε πιέζει να σταθείς όρθιος χωρίς εργαλεία.
Εκείνη την περίοδο άρχισα να παρατηρώ πιο προσεκτικά. Την εργασία. Την ανεργία. Την ανασφάλεια. Τον φόβο που σιγά-σιγά γίνεται κανονικότητα. Και τότε κατάλαβα κάτι που με ακολουθεί μέχρι σήμερα: η σιωπή δεν είναι ουδέτερη.
Για χρόνια πίστευα – όπως πολλοί – ότι το να μη μιλάς σε προστατεύει. Ότι σε κρατά έξω από συγκρούσεις. Όμως όσο περισσότερο κοιτούσα γύρω μου, τόσο πιο καθαρό γινόταν ότι η ουδετερότητα είναι κι αυτή θέση. Και σχεδόν πάντα ευνοεί εκείνον που ήδη έχει δύναμη.
Το βλέπω ακόμη και σήμερα, όταν ακούω τη φράση «δεν θέλουμε να το κάνουμε πολιτικό». Κι όμως, σχεδόν όλα είναι πολιτικά. Η εργασία. Η υγεία. Η τέχνη. Η πρόσβαση. Ακόμη και η σιωπή. Όταν δεν μιλάς για τον πόλεμο, τη γενοκτονία, την πείνα, τη φτώχεια, τις ανισότητες, δεν σημαίνει ότι αυτά παύουν να υπάρχουν. Σημαίνει ότι επιλέγεις να μην τα κοιτάξεις.
Εκείνη η περίοδος δεν με έκανε κομματικοποιημένο. Με έκανε συνειδητό άνθρωπο. Και κάπου εκεί άρχισε να ξεχειλίζει μέσα μου η ανάγκη να μιλήσω.
Η μουσική υπήρχε πάντα στη ζωή μου. Είχα σπουδάσει μουσική με ειδικότητα την τεχνολογία, είχα περάσει χρόνια σε φιλαρμονική, έπαιζα κρουστά, είχα μάθει και άλλα όργανα ως αυτοδίδακτος. Παρ’ όλα αυτά, την είχα βάλει κι εγώ στο ίδιο συρτάρι που τη βάζει η ελληνική κοινωνία: στο «χόμπι». Κάτι που αγαπάς, αλλά δεν θεωρείται δουλειά. Κάτι που κάνεις στον ελεύθερο χρόνο σου, αφού πρώτα εξαντληθείς για να επιβιώσεις.
Για χρόνια έκανα ό,τι δουλειά έβρισκα για να τα βγάζω πέρα. Η μουσική έμενε πίσω. Μέχρι που δεν γινόταν άλλο.
Το καλοκαίρι του 2019, λίγο πριν το COVID, έκανα την πρώτη μου κυκλοφορία: ένα καλοκαιρινό instrumental κομμάτι, μέσα από μια μικρή δισκογραφική. Εκεί ήρθα για πρώτη φορά αντιμέτωπος με το σύστημα από μέσα. Και κατάλαβα κάτι πολύ καθαρά: ακόμη και μια μικρή δισκογραφική θα στηρίξει μόνο όποιον της αποφέρει χρήματα.
Αν δεν είσαι όνομα, αν δεν έχεις χορηγούς ή έτοιμο κοινό, η «στήριξη» αντιστρέφεται. Αντί να πληρωθώ, πλήρωσα εγώ. Press release. Διαφήμιση στο YouTube. Πράγματα που μπορούσα να κάνω και μόνος μου. Και τότε κατάλαβα ότι, στην Ελλάδα, το να δώσεις χρήματα σε μια δισκογραφική χωρίς να είσαι όνομα είναι σχεδόν το ίδιο με το να τα δώσεις μόνος σου — απλώς χάνεις και τον έλεγχο.
Η ρήξη ήρθε όταν παρουσίασα μια ιδέα για ένα βίντεο με ξεκάθαρη ΛΟΑΤΚΙ θέση: δύο αγόρια, μια ιστορία αγάπης. Η άρνηση ήταν άμεση. Δεν ανανέωσα το συμβόλαιο. Και χωρίς θόρυβο, έγινα ανεξάρτητος.
Μετά ήρθε το COVID. Η απομόνωση. Και, μαζί, τα προβλήματα υγείας. Ένα σοβαρό πρόβλημα στη μέση που δεν μου επιτρέπει να κάθομαι πάνω από μία ώρα. Εκεί βρέθηκα μπροστά σε ένα πρακτικό ερώτημα: πώς δημιουργείς όταν δεν έχεις χρήματα, όταν το σώμα σου σε περιορίζει, όταν δεν μπορείς να μπεις σε στούντιο;
Η απάντηση ήρθε από εκεί που ήξερα: από την τεχνολογία.
Η τεχνητή νοημοσύνη στα φωνητικά δεν ήταν για μένα «κόλπο». Ήταν εργαλείο επιβίωσης. Αν δεν υπήρχε, δεν θα είχα κυκλοφορήσει μουσική. Δεν θα είχα πάρει μπρος. Δεν θα είχα βρει το κουράγιο να πιστέψω ότι μπορώ να γράψω τραγούδια. Χάρη στην ειδικότητά μου βρήκα εφαρμογές, προγράμματα, τρόπους να γράφω σχεδόν πάντα ξαπλωμένος. Να προσαρμόζω τη δημιουργία στο σώμα μου — όχι το σώμα μου στη δημιουργία.
Αυτό μου έδωσε αυτοπεποίθηση. Και κάπου εκεί γεννήθηκε κάτι καινούργιο: η ανάγκη να γράψω και για άλλους.
Αν δεν είχα προηγουμένως κυκλοφορήσει μουσική, έστω με τεχνητή φωνή, δεν θα το τολμούσα. Δεν θα ένιωθα σίγουρος. Σήμερα γράφω για νέους καλλιτέχνες. Και αυτό είναι κάτι μοναδικό.
Ένα από αυτά τα παιδιά είναι λαϊκός τραγουδιστής με μια φωνή που σου σηκώνει την τρίχα. Καθαρή, δυνατή, αληθινή. Θέλω αυτό το παιδί να ακουστεί. Να έχει την ευκαιρία να γίνει όνομα. Γιατί ξέρω πολύ καλά ότι υπάρχουν ονόματα χωρίς φωνή. Με χορηγούς, χρήματα και βρώμικα παιχνίδια της νύχτας.
Το αν θα μείνει καθαρός ή θα μπει σε αυτή τη βρωμιά είναι δική του επιλογή. Η δική μου επιλογή είναι να του δώσω τραγούδια που αξίζουν να ακουστούν. Γιατί ακόμα και στο λαϊκό τραγούδι υπάρχει φωνή, αλήθεια, ζωή. Και αυτές οι φωνές αξίζουν χώρο.
Σήμερα, παρά τους περιορισμούς, περιμένω με χαρά τις συνεργασίες, τις πρόβες, τις ηχογραφήσεις. Γιατί ξέρω ότι αυτό που κάνω δεν είναι απλώς μουσική. Είναι στάση ζωής.
Από τη σιωπή στη φωνή.
Και δεν σκοπεύω να επιστρέψω πίσω.











