Υπάρχει μια στιγμή στη ζωή που καταλαβαίνεις ότι η σιωπή δεν είναι ουδετερότητα.
Είναι θέση. Και συνήθως είναι η θέση που σε διαλύει πιο αθόρυβα.
Για χρόνια πίστευα ότι αν δεν μιλάω πολύ, αν δεν ενοχλώ, αν δεν ανοίγω όλα τα μέτωπα, θα είμαι πιο ασφαλής. Πιο αποδεκτός. Πιο «λειτουργικός». Στην πραγματικότητα, απλώς μάθαινα να μικραίνω τον εαυτό μου για να χωρά σε χώρους που ποτέ δεν είχαν φτιαχτεί για μένα.
Ως ΛΟΑΤΚΙ άτομο στην Ελλάδα, η σιωπή παρουσιάζεται συχνά ως σοφία.
«Μη δίνεις δικαιώματα».
«Μη προκαλείς».
«Κοίτα τη δουλειά σου».
Το ίδιο ισχύει και για την τέχνη. Αν δεν αγγίζεις δύσκολα θέματα, αν δεν μιλάς για πόλεμο, αναπηρία, ψυχική υγεία, αν δεν παίρνεις θέση, θεωρείσαι πιο «εύπεπτος». Πιο ασφαλής επιλογή. Πιο ακίνδυνος.
Αλλά εγώ δεν έμαθα ποτέ να υπάρχω ακίνδυνα.
Η μουσική δεν ήρθε στη ζωή μου για να γίνει καριέρα με όρους αγοράς. Ήρθε για να με κρατήσει όρθιο. Να μου δώσει έναν τρόπο να πω όσα δεν χωρούσαν αλλού: τον φόβο, την οργή, την αδικία που έβλεπα καθημερινά μέσα στο ίδιο μου το σπίτι, δίπλα στον πατέρα μου, μέσα σε ένα σώμα που φθείρεται και σε μια κοινωνία που προσπερνά.
Κάπου εκεί κατάλαβα κάτι απλό και σκληρό:
αν δεν μιλήσω εγώ για τη ζωή μου, θα τη διηγηθούν άλλοι — λάθος.
Δεν άρχισα να μιλάω γιατί ένιωσα έτοιμος.
Άρχισα να μιλάω γιατί δεν άντεχα άλλο να σωπαίνω.
Αυτή η αφήγηση δεν ξεκινά από μια «καλή» περίοδο. Ξεκινά από μια αναγκαιότητα. Από την ανάγκη να βάλω λέξεις εκεί που υπήρχε μόνο βάρος. Να αφήσω ίχνη, όχι για να δικαιωθώ, αλλά για να μην χαθώ μέσα στη γενική σιωπή.
Αν διαβάζεις αυτές τις γραμμές και αναγνωρίζεις κάτι δικό σου, τότε ίσως αυτός ο χώρος έχει λόγο ύπαρξης. Όχι ως απάντηση. Αλλά ως κοινό σημείο εκκίνησης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου