Για χρόνια, πριν και μέχρι το COVID, έκανα ό,τι δουλειά μπορούσα για να τα βγάζω πέρα οικονομικά. Κι όμως, την ίδια στιγμή, η μουσική δεν ήταν κάτι ξένο στη ζωή μου. Είχα σπουδάσει μουσική με ειδικότητα την τεχνολογία, είχα περάσει χρόνια σε φιλαρμονική, γνώριζα κρουστά και έμαθα και άλλα όργανα ως αυτοδίδακτος. Παρ’ όλα αυτά, την είχα τοποθετήσει εκεί που η ελληνική κοινωνία μαθαίνει σχεδόν σε όλους μας να τη βάζουμε: στο περιθώριο. Ως χόμπι.
Στην Ελλάδα, το να γράφεις μουσική σπάνια αντιμετωπίζεται ως δουλειά. Δεν υπάρχει ουσιαστική πρόνοια, δεν υπάρχει ασφάλιση για μουσικούς, δεν υπάρχει θεσμική αναγνώριση της δημιουργίας ως εργασίας. Το ερώτημα είναι πάντα το ίδιο: «και πώς θα βγάλεις χρήματα;». Κάπως έτσι μπαίνεις κι εσύ στο ίδιο τρυπάκι. Μαθαίνεις να λες πρώτα εσύ ο ίδιος ότι αυτό που κάνεις δεν είναι επάγγελμα. Ότι είναι κάτι δευτερεύον. Κάτι που θα το κάνεις «όταν μπορείς».
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, άρχισα να μιλάω δημόσια σιγά-σιγά. Και πρώτα απ’ όλα, για μένα.
Στα 17–18 μου άρχισα να ανοίγομαι στους κύκλους μου ως ΛΟΑΤΚΙ άτομο. Όχι με δηλώσεις, όχι με μεγάλες λέξεις. Περισσότερο σαν ανάγκη. Σαν να μην άντεχα άλλο να παίζω ρόλους σε παρέες που με ήξεραν μόνο κατά το ήμισυ. Εκείνη την περίοδο κατάλαβα κάτι βασικό: ότι το να λες ποιος είσαι δεν σε απελευθερώνει αυτόματα, αλλά σου δίνει τουλάχιστον ένα έδαφος να πατήσεις.
Με τα χρόνια, αυτή η προσωπική αλήθεια άρχισε να συναντά κάτι μεγαλύτερο. Πριν και γύρω από την περίοδο του COVID, άρχισα να συνειδητοποιώ πιο καθαρά τι συμβαίνει γύρω μου. Όχι θεωρητικά, αλλά έμπρακτα. Τι σημαίνει πολιτική στην καθημερινότητα. Πώς επηρεάζει ζωές, σώματα, δικαιώματα. Και τότε ήρθε πάλι το ίδιο ερώτημα: θα σιωπήσω ή θα μιλήσω;
Δεν θεωρώ τον εαυτό μου πολιτικό αναλυτή. Θεωρώ όμως ότι η σιωπή μπροστά στην αδικία δεν είναι ουδετερότητα. Είναι θέση. Κι εγώ δεν ήθελα πια αυτή τη θέση.
Στα 32 μου άρχισα να γράφω μουσική με λόγια. Όχι απλώς μουσική. Τραγούδια που λένε κάτι. Χωρίς χρήματα, χωρίς εξοπλισμό, χωρίς τις «σωστές» συνθήκες. Με ό,τι είχα. Ακόμα και με φωνή τεχνητής νοημοσύνης, γιατί απλά δεν μπορούσα να πληρώσω κανονικές ηχογραφήσεις. Και δεν ντρέπομαι να το πω. Γιατί αυτό που με ενδιέφερε δεν ήταν το μέσο, αλλά το μήνυμα.
Για πρώτη φορά κατάφερα να ακούσω πράγματα που είχα μέσα μου χρόνια. Στίχους για πόλεμο, για κοινωνική βία, για αποκλεισμό, για τη ζωή ως ΛΟΑΤΚΙ άτομο στην Ελλάδα, για τον πατέρα μου, για την ανθρώπινη φθορά. Και αυτό, αντί να με μικρύνει, μου έδωσε δύναμη.
Σήμερα, στα 33–34, ένα πρόβλημα υγείας —και συγκεκριμένα το σοβαρό πρόβλημα στη μέση— με έφερε μπροστά σε μια πραγματικότητα: δεν μπορώ να συνεχίσω να κάνω δουλειές που δεν αντέχει πια το σώμα μου. Κι εκεί πήρα μια απόφαση που για άλλους μοιάζει ρίσκο, αλλά για μένα είναι μονόδρομος. Να κάνω αυτό που τόσα χρόνια μου έλεγαν ότι είναι απλώς χόμπι, επάγγελμα. Με πίστη. Όχι με αυταπάτες, αλλά με επιμονή.
Γι’ αυτό άρχισα να γράφω και για άλλους. Για τραγουδιστές. Κυρίως νέους καλλιτέχνες. Να εμπιστευτώ τη μουσική μου και τους στίχους μου σε φωνές που αξίζουν να ακουστούν. Από το λαϊκό μέχρι το ροκ και την ποπ. Όχι για να τους καθοδηγήσω, αλλά για να τους στηρίξω. Γιατί ξέρω πόσο δύσκολο είναι να έχεις κάτι να πεις και να μη βρίσκεις χώρο να το πεις.
Αν κάτι έμαθα μέχρι εδώ, είναι ότι η φωνή —όποια κι αν είναι— έχει αξία όταν λέει αλήθεια. Και ότι, καμιά φορά, το πιο επαναστατικό πράγμα που μπορείς να κάνεις είναι να επιμείνεις σε αυτό που αγαπάς, ακόμα κι όταν όλα γύρω σου σου λένε να σωπάσεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου